Βυζαντινός Ναός

Ι.Ν. Θείας Μεταμορφώσεως Του Σωτήρος


Ο ιερός ναός βρίσκεται χτισμένος πάνω σε υστερωμαϊκό λουτρό με βάση τα ευρήματα της ανασκαφής του 2002. Ο αρχικός ναός ήταν τρίκλιτος πιθανότατα περίστωος, όπως αποδεικνύουν και οι τοίχοι που συνεχίζουν προς τη βόρεια και νότια πλευρά του Ναού.

Η σημερινή του μορφή είναι αποτέλεσμα ανακαίνισης, η οποία έγινε το 1512 σύμφωνα με την σωζόμενη επιγραφή, στην οποία μνημονεύονται και οι δωρητές. Αποτελείται από μια μονόχωρη βασιλική και δύο νάρθηκες, εκ των οποίων ο πρώτος φέρει τρούλο. Στη μικρή βασιλική διασώζονται στη βόρεια πλευρά τα ανοίγματα που οδηγούσαν στο αντίστοιχο κλίτος. Η τοιχοποιία διατηρεί μέχρι σήμερα εμφανείς τις διαδοχικές φάσης ανοικοδόμησης.

Το κεραμικό δάπεδο, το οποίο αντικατέστησε το προϋπάρχον λίθινο, είναι αντίγραφο των τριών αρχικών δαπέδων που βρέθηκαν στην ανακαίνιση του 2002, που ήταν καταστραμμένα από ταφές αλλά και νεώτερες επεμβάσεις. Σημαντική είναι η χημική σύσταση των παλαιών δαπέδων από τα οποία απουσιάζουν τα ασβεστολιθικά στοιχεία, που πλεονάζουν στην περιοχή. Όλη η πρώτη ύλη είναι φερτή, θηραϊκή γη, που είναι ανθεκτική εξαιτίας των ηφαιστιογενών στοιχείων της. Το σημερινό χρώμα είναι πιο ανοιχτό πορτοκαλί σε σχέση με το παλαιό, το οποίο επηρέασε άμεσα και την αγιογράφηση του.

Ο αγιογραφικός κύκλος παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς ο ναός  αγιογραφείται στο μεταίχμιο της μετάβασης από την Μακεδονική στην Κρητική σχολή, διασώζοντας εμφανή υπολείμματα της προηγούμενης αγιογράφησής του. Υπάρχει ένας έντονος επηρεασμός από την ησυχαστική κίνηση με ήρεμες μορφές και κορύφωση την αγιογράφηση του αγ. Γρηγορίου του Παλαμά σε αψίδα  του τρούλου, ως μοναχού με ειλητάριο. Έχει παραστάσεις που θυμίζουν στην θεματολογία και τεχνική τον άγιο Νικόλαο Ορφανό της Θεσσαλονίκης και τις Μονές των Μετεώρων. Τα χρώματα είναι γήινα: καφέ, πορτοκαλί, ώχρα. Απουσιάζουν τα έντονα πορφυρά και χρυσά, καθώς, όπως πιθανολογούν οι αρχαιολόγοι, το χρώμα του δαπέδου ήταν απαγορευτικό τέτοιων έντονων χρωματισμών. Ο αγιολογικός κύκλος είναι έντονα στρατιωτικός και μαρτυρικός στην βασιλική θυμίζοντας Βυζαντινά πρότυπα, αλλά και απηχώντας την παραδοσιακή παρουσία στρατευμάτων στην περιοχή από τα αρχαία χρόνια. Η αμφίεση είναι  αυτοκρατορική σε πολλές μορφές. Οι παραστάσεις στους νάρθηκες ποικίλουν, π.χ. Εισόδια, μέλλουσα κρίση, ετοιμασία του θρόνου, κ.α. Τα διακοσμητικά μοτίβα αποτελούν ένα ακόμη σημαντικό κεφάλαιο στην αγιογράφηση του ναού, καθώς συμπλέκονται βυζαντινά με αρχαιοελληνικά με κορυφαία την ζωγραφική απεικόνιση της δρυός, του ιερού δέντρου του Δία. Φαίνεται, ότι οι αγιογράφοι ήταν και ιστορικά καταρτισμένοι αφού συνδυάζουν κάτω από τον Όλυμπο τον χριστιανισμό με την μυθική παράδοση του τόπου, αλλά και αγιολογικά καθώς αγιογραφούν σχετικά άγνωστους στην περιοχή αγίους, όπως π.χ. ο άγιος Επιφάνειος Κύπρου. Μας προβληματίζει ωστόσο η απουσία τοπικών αγίων, όπως του αγίου Αχιλλείου.

Ο τρούλος του Ναού θυμίζει έντονα αντίστοιχους αγιορείτικους. Σώζονται διακοσμητικά πιάτα στο εξωτερικό του, ενώ ο παντοκράτωρ στο εσωτερικό μέσα σε γαλάζιο φόντο φέρει άνοιγμα στο φωτοστέφανο. Παραδίδεται ότι κάποιος Τούρκος θύμωσε με το γαλήνιο του προσώπου του Χριστού και θέλησε με το τουφέκι του να του χαλάσει το μάτι!

Ο Ναός ανακαινίσθηκε το 2002 υπό την επίβλεψη της 7ης Εφορίας Βυζαντινών αρχαιοτήτων. Πανηγυρίζει στις 5 & 6 Αυγούστου, ενώ παλαιότερη παράδοση παραδίδει ότι εόρταζε και στην απόδοση του Πάσχα. Μέχρι και τη δεκαετία του 1940 ο χώρος χρησιμοποιούνταν και σαν σχολείο στον πρόσθετο εξωνάρθηκα, ο οποίος δεν υπάρχει σήμερα. Αργότερα, στην κατοχή χρησιμοποιήθηκε και σαν φυλακή γυναικών. Από τη δεκαετία του 1950 και έπειτα σχεδόν εγκαταλείφθηκε. Στα 1970 η 7η ΕΒΑ συντήρησε το ετοιμόρροπο μνημείο και έκανε υποθεμελίωση.

Χωρίς να μπορούμε να προσδιορίσουμε με ακρίβεια την αρχή του μνημείου, παραμένει ωστόσο στο σύνολο του ένα από τα αρχαιότερα μνημεία της περιοχής. Είναι από τους ελάχιστους Ναούς, που σώζουν σε τέτοιο βαθμό τις απαρχές της υστεροβυζαντινής τέχνης, δεδομένου δεν έχουν περάσει ούτε καν 100 χρόνια από την άλωση,  και η ανακαίνιση του συμπίπτει με την παρουσία ενός σπουδαίου Ιεράρχη στην περιοχή, του μετέπειτα αγίου Αρχιεπισκόπου Λαρίσης Βησσαρίωνος. Η απουσία αναφοράς του στην κτητορική επιγραφή – σύμφωνα με την συνήθεια- αποκαλύπτει την τότε εκκλησιαστική κατάσταση.

Αρχιμανδρίτης Βησσαρίων Καραλάσκος

Κήρυξη Μνημείου ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο (Υπουργείο Πολιτισμού)

This slideshow requires JavaScript.