Βυζαντινός Ναός

Ι.Ν. Θείας Μεταμορφώσεως Του Σωτήρος

Ο ναός Μεταμορφώσεως Δολίχης αποτελεί σημείο αναφοράς στο κέντρο του χωριού με το μακρόστενο σχήμα του και τον παράκεντρο τρούλο του, που προκαλούν το ενδιαφέρον των περαστικών. Οι ιδιαιτερότητες της μορφής του οφείλονται στις συνεχείς μετασκευές που γνώρισε, όπως όλοι οι ενοριακοί ναοί με μεγάλη ιστορία.

Η σημερινή όψη του διαμορφώθηκε στο μεγαλύτερο μέρος της στις αρχές του 16ου αιώνα, όταν έγιναν επισκευές στο βυζαντινό κτίσμα και τοιχογραφήθηκε με δαπάνη επιφανών οικογενειών του χωριού.

Η Δολίχη την εποχή εκείνη θα πρέπει να παρουσίαζε τάσεις αύξησης του πληθυσμού, όπως και άλλοι οικισμοί της περιοχής, αφού είχε στα 1569 270 οικογένειες, δηλαδή περίπου 1000 άτομα (σύμφωνα με στοιχεία που μας διέθεσε ο Ολλανδός καθηγητής Machiel Kiel από τις οθωμανικές απογραφές).

Ο πληθυσμός ήταν κατανεμημένος σε 3 μαχαλάδες και ζούσε με γεωργική παραγωγή και κτηνοτροφία. Την εποχή αυτή το γειτονικό Πύθιο είχε διπλάσιο πληθυσμό, ενώ οι μεγαλύτεροι ελληνικοί οικισμοί της περιοχής ήταν το Δομένικο και η Τσαριτσάνη.

Το σημερινό κτίριο του ναού της Δολίχης έχει μήκος 14.50 μ. και πλάτος 4.75 μ., ενώ αποτελείται από έναν μονόχωρο ξυλόστεγο ναό και δύο νάρθηκες, από τους οποίους ο εσωτερικός καλύπτεται με τρούλο. Οι νάρθηκες είναι προσθήκη στο αρχικό κτίσμα, σύμφωνα με τη μελέτη της αρχιτέκτονα Αφροδίτης Πασσαλή, η οποία δημοσίευσε ειδικό άρθρο για το ναό το 1997. Η ίδια διατύπωσε επίσης την υπόθεση ότι ο αρχικός ναός είχε πλευρικά κλίτη, με τα οποία επικοινωνούσε με δύο τοξωτά ανοίγματα σε κάθε πλευρά. Σε σύντομη ανασκαφική έρευνα που έγινε πριν μερικά χρόνια, δεν βρέθηκαν οι εξωτερικοί τοίχοι των κλιτών παρά μόνον ίχνη στη δυτική πλευρά που δείχνουν ότι ίσως ο ναός είχε το σημερινό μήκος και διέθετε εξωτερικά κλίτη ή κάποιας μορφής περίστωο. Το μεγάλο μήκος υπήρχε σίγουρα την εποχή των επισκευών του 1500, αφού τοιχογραφίες της φάσης αυτής διατηρούνται και στους δύο νάρθηκες.

Το αρχικό κτίσμα χρονολογείται στη μεσοβυζαντινή περίοδο, από τον 10° έως τον 12° αιώνα, όπως δείχνουν άλλα ανάλογα παραδείγματα.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης τα λείψανα στην ανατολική πλευρά, που ανήκουν σε κτίριο της παλαιοχριστιανικής περιόδου, πιθανότατα λουτρό, σύμφωνα με την άποψη του αρχαιολόγου Νίκου Νικονάνου, που πραγματοποίησε εργασίες το 1973. Την ίδια εποχή έγινε υποθεμελίωση και επισκευή των τοίχων που ενίσχυσε το ναό, ενώ αργότερα έγιναν και άλλες επισκευές, με την επίβλεψη του πρώην εφόρου της 7ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Λάζαρου Δεριζιώτη.

Οι όψεις του ναού είναι απλές και φέρουν μικρά τοξωτά ανοίγματα. Στην τρίπλευρη κόγχη του ιερού ανοίγεται δίλοβο παράθυρο, που περιβάλλεται από οδοντωτή ταινία, ενώ η δυτική όψη κοσμείται με φυαλοστόμια. Ο μεγάλος και χαμηλός τρούλος του εσωνάρθηκα κοσμείται με εφυαλωμένα πινάκια από την εποχή της κατασκευής του, ίσως του 15ου αιώνα.

Μεγάλης σημασίας είναι η εσωτερική διακόσμηση, που καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος του ναού και σώζει πλούσιο εικονογραφικό πρόγραμμα. Αυτό που αντικρίζουμε σήμερα είναι ο διάκοσμος της δεύτερης φάσης, που χρονολογείται σύμφωνα με την επιγραφή το 1516, ενώ ο αρχικός πιστοποιείται μόνον από τα ίχνη που διακρίνονται στα εσωρράχια των πλαγίων θυρών, που φράχθηκαν στη δεύτερη φάση.

Η κτητορική επιγραφή βρίσκεται πάνω από τη δυτική είσοδο του εσωνάρθηκα και αναφέρει τα εξής:

Επιγραφή:

«Ανηγέρθη εκ βάθρων και ανιστορίθη ο θείος και πάνσεπτος ναός του δεσπότου και κυρίου ημών Ιησού Χριστού/ Δια συνδρομής δε κόπον τε και εξόδων κυρ Μιχαήλ της Μπίλιος και ευλαβεστάτου ιερέως παπά κυρ Δημητρίου/ Και κυρ Κωνσταντίνου επισκόπου και της συμβίου αυτού και των τέκνων αυτού και Ιωάννου του Καρβούνου και Δημητρίου του Μπούιου/ Χείρ Δημητρίου ιερέως και μπόηκου του αδελφού αυτού ευτελούς αναγνώστου/ έτους ζκδ ινδικτιώνος ζ μηνί σεπτεμβρίω εις την (πρώτην) ημέραν»

Ο ζωγράφος Δημήτριος, που ήταν ιερέας και συνεργάσθηκε στο ναό με τον αδελφό του Μπόηκο το 1516, δεν μας είναι γνωστός από άλλες διακοσμήσεις. Άλλωστε είναι μία εποχή με πολύ λίγα χρονολογημένα μνημεία, μια εποχή κατά την οποία αρχίζουν σταδιακά οι ανακαινίσεις ή ανεγέρσεις εκκλησιών, φαινόμενο που θα κορυφωθεί στο δεύτερο μισό του 16ου αιώνα. Ως κτήτορες αναφέρονται στην επιγραφή 5 άτομα, ο Μιχαήλ της Μπίλιος, ο ιερέας Δημήτριος, ο Κωνσταντίνος με το επώνυμο Επίσκοπος, μαζί με τη γυναίκα και τα παιδιά του, ο Ιωάννης του Καρβούνου και ο Δημήτρης του Μπούιου. Αυτοί, που θα ήταν επιφανή μέλη της κοινότητας, ανέλαβαν το οικονομικό βάρος της ανακαίνισης του βυζαντινού ναού, που στην εποχή τους θα παρουσίαζε μεγάλες φθορές. Επειδή η ανακαίνιση και τοιχογράφηση ολόκληρου του κτίσματος κρίθηκε ασύμφορη, επιλέχθηκε η επισκευή μόνον του κεντρικού χώρου, αφού κλείσθηκαν τα πλαϊνά ανοίγματα. Οι νάρθηκες, αν δεν κτίζονται τώρα από την αρχή, αποκτούν θολοδομία, που τονίζεται ιδιαίτερα με το πρόγραμμα τοιχογράφησης που αναπτύσσεται. Με τον τρόπο αυτό, την 1η Σεπτεμβρίου του 1516, οπότε ολοκληρώνεται ο διάκοσμος, η ενορία αποκτά ένα σχεδόν καινούργιο ναό.

Το εικονογραφικό πρόγραμμα:

Στον κυρίως ναό και το νάρθηκα υιοθετήθηκαν αυθύπαρκτα προγράμματα, που σκοπό είχαν να διαχωρίσουν τη λειτουργία του κάθε χώρου, όπως συμβαίνει από τη βυζαντινή περίοδο.

Στον κυρίως ναό τον κύριο ρόλο διαδραματίζουν τα επεισόδια από τη ζωή του Χριστού και σκηνές από τη Θεία Λειτουργία, ενώ από την έλλειψη χώρου δεν αναπτύσσονται άλλοι κύκλοι.

Στο ιερό δεσπόζει η ένθρονη Πλατυτέρα, η πρώτη μορφή που αντικρίζει ο πιστός στο ναό, που τοποθετήθηκε εκεί λόγω του ρόλου που κατείχε στην ενσάρκωση του Χριστού. Επάνω από την αψίδα τέθηκε ο Ευαγγελισμός, που αποτελεί την αρχή του χριστολογικού κύκλου και στη συνέχεια ακολουθούν προς τα δεξιά οι άλλες σκηνές, διατρέχοντας κυκλικά το ναό. Κάτω από τη Θεοτόκο τοποθετείται ο Μελισμός του Χριστού, σκηνή συμβολική της προετοιμασίας του άρτου και του οίνου, που τελείται στον χώρο αυτό από τους ιερείς, δίπλα του οι κυριότεροι ιεράρχες και διάκονοι, ενώ στους πλάγιους τοίχους η Κοινωνία των Αποστόλων σε δύο μέρη. Στα λειτουργικά θέματα εντάσσεται και η παράσταση του Αγίου Πέτρου, επισκόπου Αλεξανδρείας με το όραμα του Χριστού, που αναφέρεται στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο.

Οι χριστολογικές σκηνές διατάσσονται σε δύο ζώνες, ακολουθώντας χρονολογική σειρά, και εκτυλίσσονται από την πρώτη σειρά του νότιου τοίχου στη δεύτερη και συνεχίζουν στο βόρειο τοίχο για να ολοκληρωθούν στο ιερό. Με τον τρόπο αυτό το ιερό αποτελεί την αρχή και το τέλος του προγράμματος για να τονισθεί η ιερή στιγμή της Θείας Λειτουργίας.

Οι πρώτες σκηνές προέρχονται από την παιδική ηλικία του Χριστού, η Γέννηση, Υπαπαντή και Βάπτιση, συνεχίζονται με τις σκηνές Παθών, Εγερση Λαζάρου, Βαιοφόρο, Μυστικό Δείπνο, Νιπτήρα, ενώ απέναντι, στο βόρειο τοίχο βρίσκονται η Προδοσία, η Σταύρωση, ο Θρήνος και η Κάθοδος στον Άδη. Τέλος υπάρχουν και τρείς σκηνές από τα μετά την Ανάσταση επεισόδια και τα θαύματα, και συγκεκριμένα η Ψηλάφιση, ο Γάμος στην Κανά και η Ιαση του παραλυτικού. Με τον τρόπο αυτό αντιπροσωπεύονται όλες οι φάσεις της ζωής του Χριστού, ενώ στο Δ. τοίχο υπάρχει και η μοναδική θεομητορική σκηνή, η Κοίμηση της Θεοτόκου. Δύο κύριες χριστολογικές σκηνές, η Μεταμόρφωση και η Ανάληψη προβάλλονται ψηλά στα αετώματα του ναού, στοιχείο που χαρακτηρίζει βυζαντινούς ναούς της Μακεδονίας, όπως φαίνεται και από άλλα χαρακτηριστικά του προγράμματος.

Το διάκοσμο συμπληρώνουν οι παραστάσεις αγίων που έχουν σοφά επιλεγεί από τους σημαντικότερους στην ιεραρχία. Στο βόρειο τοίχο βρίσκεται πρώτη μπροστά στο τέμπλο η Δέηση, όπως σε αρκετούς ναούς της Μακεδονίας, απέναντι ο πρώτος ο Άγιος Νικόλαος, που θεωρείται «ο ταχύς βοηθός» των πιστών και ακολουθούν οι άγιοι Γεώργιος και Δημήτριος, οι άγιοι Θεόδωροι, οι άγιοι Ανάργυροι και δύο αγίες, η Βαρβάρα και η Μαρίνα.

Στο νάρθηκα αναπτύσσεται ένα πρωτότυπο πρόγραμμα με δύο υπερμεγέθεlς μορφές, το Χριστό ένθρονο και απέναντί του τον αρχάγγελο Γαβριήλ, που όταν σώζονταν καλά θα δημιουργούσαν δέος στους πιστούς. Παρόμοιες μορφές υπάρχουν σε βυζαντινά μνημεία της Μακεδονίας, όπως στον Ταξιάρχη Μητροπόλεως Καστοριάς, από όπου προέρχονται και οι επιδράσεις του ζωγράφου, όπως φαίνεται από αρκετά σημεία του διακόσμου. Στους υπόλοιπους χώρους του νάρθηκα απλώνεται ένα πλήθος προφητών και αγίων, που καταλήγουν στον Παντοκράτορα του τρούλλου. Όπου σώζονται, τα ειλητά που κρατούν οι μορφές παραπέμπουν στη Δευτέρα Παρουσία, μια ιδέα που διαχέει ολόκληρο το διάκοσμο του νάρθηκα. Ακόμη, και τα Εισόδια της Παναγίας, σε σπάνια θέση πάνω από την είσοδο, σχετίζονται με βυζαντινούς διακόσμους όπου τονίζεται το άβατο του χώρου και η μετάνοια για τη σωτηρία των κτητόρων. Το σύνολο εναρμονίζεται με την αυστηρότητα αρκετών προγραμμάτων του 16°U αιώνα, όπου κυριαρχούν αντιλήψεις περί της αυστηρότητας της Κρίσης και καλούνται οι πιστοί σε μετάνοια. Άλλωστε, την εποχή της δημιουργίας του διακόσμου της Δολίχης, λίγο μετά τα 1500, είναι ακόμη νωπέ ς οι μνήμες της κατάκτησης από τους Τούρκους και είναι φυσικό να επικρατούν οι εσχατολογικές αντιλήψεις και ο φόβος για τη Δευτέρα Παρουσία.

Καταλήγοντας, θα προσπαθήσουμε να προβούμε σε μια εκτίμηση του έργου του ζωγράφου Δημητρίου και τη θέση του στη ζωγραφική της περιοχής την εποχή αυτή.

Εκτός από την ικανότητά του στην οργάνωση του προγράμματος και την ενσωμάτωση στοιχείων από βυζαντινά μνημεία της ευρύτερης περιοχής, που επισημάναμε, τον χαρακτηρίζει ακόμη η ικανότητα στο σχέδιο, οι συγκρατημένες κινήσεις των μορφών και η λιτότητα στα χρώματα και τη διακόσμηση σε σχέση με παλιότερα βυζαντινά μνημεία. Τα στοιχεία αυτά χαρακτηρίζουν μνημεία του 150υ αιώνα, χωρίς να εντάσσουν το ζωγράφο σε συγκεκριμένο εργαστήριο. Η έλλειψη χρονολογημένων μνημείων στις αρχές του 160υ αιώνα δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο την ένταξή του σε συγκεκριμένη τάση. Ωστόσο, στην περιοχή της Ελασσόνας υπάρχουν άλλα δύο τοιχογραφημένα μνημεία αυτής της δεκαετίας, η Παναγία στο Βριζόστι, του 1515 και ο Άγιος Αθανάσιος Ευαγγελισμού, του 1521, που παρουσιάζουν ως ένα βαθμό παρόμοια στοιχεία, η τέχνη όμως εκεί εμφανίζει μεγαλύτερη γραμμικότητα και εκζήτηση στην αναζήτηση παλαιότερων τάσεων και είναι φανερό ότι δούλεψαν διαφορετικοί ζωγράφοι. Η σύμπτωση ωστόσο των τριών μνημείων σ’ αυτή την περιοχή, ενώ σε άλλες δεν υπάρχουν καθόλου γνωστές διακοσμήσεις πριν το τελευταίο τέταρτο του 160υ αιώνα, δείχνει ότι η κοινωνία της περιοχής της Ελασσόνας σιγά – σιγά οργανώνεται και παρουσιάζει ήδη κινητικότητα που θα οδηγήσει στη μεγάλη ανάπτυξη από τα τέλη του 160υ αιώνα.

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το τέμπλο του ναού, όπου, παρόλο που οι σωζόμενες εικόνες ανήκουν σε διάφορες χρονικές περιόδους, κατά ευτυχή συγκυρία διασώθηκαν ορισμένα τμήματα από την αρχική κατασκευή, όπως το ανάγλυφο επιστύλιο, δείγμα τοπικού εργαστηρίου, που δραστηριοποιείται και σε άλλες περιοχές της Ελασσόνας και της Αγιάς. Μια ζωγραφιστή σανίδα με επιγραφή του 1559 δείχνει ανακαίνιση του τέμπλου την εποχή αυτή, ενώ άλλες εικόνες είναι μεταγενέστερες.

Ο ναός της Δολίχης είναι ένα σπάνιο μνημείο, που διατηρεί τις αρετές της βυζαντινής τέχνης σε μια μεταβατική περίοδο. Είναι χαρακτηριστικό ότι η έλλειψη ικανών ζωγράφων την εποχή αυτή στη Βόρεια Ελλάδα οδήγησε τα μεγάλα μοναστήρια στην κλήση κρητικών ζωγράφων που έδωσαν αργότερα μεγάλη ανάπτυξη στη ζωγραφική στο Άγιο Όρος. Το πρώτο γνωστό δείγμα είναι η μονή του Αγίου Νικολάου Αναπαυσά στα Μετέωρα όπου εργάσθηκε ο Θεοφάνης το 1527, 10 χρόνια μετά το ναό της Δολίχης. Ο ναός της Δολίχης αντιπροσωπεύει το μεταίχμιο των δύο τάσεων, της Μακεδονίας των Παλαιολόγων και της κρητικής σχολής, δηλαδή το τελευταίο στάδιο εξέλιξης της Μακεδονικής ζωγραφικής πριν την εμφάνιση των κρητικών και αυτός είναι ένας επί πλέον λόγος για την ανάγκη να συντηρηθεί και να αναδειχθεί.

Από την παρουσίαση της κ. Στ. Σδρόλια, αρχαιολόγου 7ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Λάρισας, στο 4ο Φεστιβάλ «Περραιβική Τρίπολις» που έλαβε χώρα στη Δολίχη τον Ιούλιο 2011.

Κήρυξη Μνημείου ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο (Υπουργείο Πολιτισμού)